Σκέψεις για τον ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟ ( αρχείο APN)
Κείμενο: Ντίνα Μπατζιά
Φωτογραφίες : Σπύρος Τσακίρης
Εσύ μες την αμηχανία σου, το παραμύθι σου, την ευθύνη σου, βγάζεις τη ψυχή σου και την ακουμπάς στο τραπέζι : «Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά.... έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα...» Κι εγώ: «δεν ξέρω τι να γράψω στα χαρτιά ή καλύτερα στο πληκτρολόγιο».
Μετριέται η ιστορία σε τίτλους; Χωράει η Ελλάδα στ� αυλάκι του βινύλιου; Πόσα είπες, Διονύση Σαββόπουλε! Και απ� αυτά που ποτέ δεν μαρτύρησες σε ξέρουμε. Και βγήκαμε στην επιφάνεια, αφελείς περισσότερο παρά αδαείς. Σε πιστέψαμε, σε μισήσαμε, σε συγχωρέσαμε, σ� αγαπήσαμε σαν τον ανώτερο εαυτό μας. Δεν ξέρω αν κάναμε καλά. Γιατί ακόμα προφητεύεις!
Αν μου ζητούσε ένας αλλοδαπός να σε περιγράψω θα του έλεγα: «Δεν ξέρω». �Η ίσως ότι «αυτός ο άνθρωπος είναι απλά τόσο μπροστά!». Στο «Μετρό» φέτος έπαιξες και πάλι καλά. Μου το είπε μια δεκαοχτάρα ελληνοαμερικάνα που δεν σε ήξερε καν. «Τι τυπάκι είναι αυτό!», μου είπε. Κι εγώ θυμήθηκα την κλειστοφοβία που μ� έπιασε μες το τρένο που μας πήγαινε στο πανηγύρι σου, αυτό στο Ολυμπιακό στάδιο. Απαράδεκτο να μπαίνουν από τα παράθυρα. Εκείνος ο ψηλός μου έκοβε τον αέρα. Ήμουν πολύ παιδί για κάπνισμα. Εκείνο το βράδυ έφυγε ένα πακέτο τσιγάρα μέντας. Την άλλη μέρα αρρώστησα. Δεν σ� έχω συναντήσει ακόμα. Το αποφεύγω; Δεν έτυχε; Δεν πετάω όμως τίποτε δικό σου. Νομίζω πως σε ξέρω. Και μπορώ να πω ότι θέλω, γιατί εγώ, Διονύση, μέχρι τώρα έχω πληρώσει εισιτήριο. Όπως κι άλλοι πολλοί. Απλά, δεν ξέρω τι να πρωτογράψω.
Σκέφτομαι να πω ότι γεννήθηκες στη Σαλονίκη, Δεκέμβρη του �44. Είσαι πια 53 χρονών. Ο πατέρας από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Μορφωμένος, κομψός, συντηρητικός. Η μητέρα πρόσφυγας από τη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας. Ομορφη, αυθόρμητη. Από εκείνον πήρες το ρολόι τσέπης που φοράς, από εκείνη το τραγούδι. Ευτυχώς! Σου άρεσε το παιχνίδι - ξιφομαχία, κρυφτό, αγιούτο - και τα κοριτσάκια, αλλά ντρεπόσουν. Εγώ ξέρω ότι η εντροπία είναι αρετή. Γνώρισες το θαυμασμό από μικρός. Ακόμη έχεις ανάγκη να σε θαυμάζουν, λες. Σαν παιδί!
Σκέφτομαι να πω για τις μπαλάντες σου, τις αριστερές σου θέσεις στη διαμαρτυρία. Το «Φορτηγό» που σ� έφερε στην Αθήνα δεν το πήρε η μάντρα. Κάνει ακόμα δρομολόγια. Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Βαλκάνια. Και το «Περιβόλι Του Τρελού» χρωματιστό και παιχνιδιάρικο, έγερνε στη συνείδηση των σοβαροφανών. Εγώ τότε γεννιόμουν. Χρόνια μετά, ο πατέρας μου έλεγε: «Παιδί μου, αυτός ο άνθρωπος είναι τρελός. Έστησε και το περβόλι του και τώρα μας λέει να χορέψουμε Μπάλο». Η Ελλάδα αναστέναζε στα μπουζουξίδικα της χούντας, κι εσύ ο «τρελός», ροκάριζες ασύστολα κι άνοιγες το δρόμο στην ηλεκτρική μπαλάντα. Άσε αυτή τη γλώσσα σου! Έτρεχες τόσο πολύ κι έλεγες την αλήθεια τόσο συναισθηματικά κι ωμά, που οι αργοί κι εφησυχασμένοι πολίτες δεν ήθελα ούτε να σε βλέπουν. Κι ας ήσουν ο πρώτος που είδες τα Βαλκάνια μια πολιτισμική και φυλετική οντότητα. Δες σήμερα τι γίνεται! Την ώρα που έγραφες ιστορία, κύριε Σαββόπουλε , προφήτευες κιόλας τη συνέχειά της.
Σκέφτομαι να πω για τη φιλοσοφία στην οποία μας διέσυρες με το «Βρώμικο Ψωμί» σου. Μας έβαλες μέσα στην ποίηση, θέλαμε δεν θέλαμε. Και μετέτρεψες τη σιωπή σε μυστική γλώσσα. Κι αν σιχαίνεσαι τη λέξη «όραμα», μπήκες στο παιχνίδι της από τη πίσω πόρτα και μας το έδωσες. Σκέφτομαι το «Δέκα Χρόνια κομμάτια», αργότερα. Μεταπολίτευση πια. Η μεγάλη αλήθεια. Ποιος είναι τώρα ο εχθρός; Τον αναζήτησες μέσα σου. Τον βρήκαμε μέσα μας. Για να έρθει το «Happy Day» και να μας δώσει ένα χαστούκι. Ήμουν παιδί, δεν το εισέπραξα. Τα τραβάω τώρα. Σκέφτομαι να πω για του «Αχαρνής» κι όλη αυτή τη γενιά που έβγαλες: Παπάζογλου, Ζιώγαλας, Τανάγρη, Λιούγκος. Μετά παραγωγός στην «Εκδίκηση Της Γυφτιάς», των Ξυδάκη, Ρασούλη, Παπάζογλου. Το διασκεδάζεις φαίνεται. Το είχαμε ανάγκη το διάλειμμα.
Σκέφτομαι να πω για τη «Ρεζέρβα» και το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο Για Το Νίκο». Ότι σ� έτρωγε το έκανες τραγούδι. Ίσως γι� αυτό σήμερα βαριέσαι τους δημοσιογράφους. Κι όταν ένιωσες την απειλή, έβγαλες τα «Τραπεζάκια έξω» για να πάρουμε ανάσα. Όλη η παρέα να γλεντά και να μεθά, επιφυλάσσοντας την καλύτερη υποδοχή στη νέα μας παράδοση. Έβγαλες το τσάμικο από τα υπόγεια και του έδωσες τιμή και νιάτα. Στους ρυθμούς σου μας παγίδευσαν τα λόγια σου κι έγιναν ατάκες μόνιμες. Το «Είκοσι Χρόνια Δρόμος» είναι δικιά μας συμπύκνωση. Σκέφτομαι να πω για το «Ζήτω Το Ελληνικό Τραγούδι» που σ� έφερε στην τηλεόραση. Σταρ από τους άσχετους έγινες, αλλά σαν πεισματάρικο παιδί έκανες το δικό σου. Και κέρδισες. Καταρχάς μας έβγαλες από τα κόμπλεξ. Τι είναι ελληνικό τραγούδι κύριε Σαββόπουλε; Νομίζω πως μάθαμε πια. Κι αν η εποχή σήκωνε Άγιον Όρος και νέο - ορθόδοξους (ενίοτε μαρξιστές), την πλάκα του είχε κι αυτό. Πορτούλα προς την αλήθεια ήταν.
Σκέφτομαι να πω - κι ανατριχιάζω- για το «Κούρεμα». Ε, λοιπόν, δεν σου πήγαινε. Μιλώ αισθητικά. Καμία σχέση με προδοσία κι όλα αυτά που είπαν. Για λίγο, ίσως, παγιδεύτηκαν κάποιοι. Τώρα που μεγάλωσα, καταλαβαίνω πως δεν είναι ανάγκη να μας κάνουν «Μπουουουουου!» και μεις να υποχωρούμε. Όπως είχες πει και συ «Τα λάθη μου είναι τα στολίδια μου».
Σκέφτομαι να πω πόσο συγκλονίστηκα με το «Μην Πετάξεις Τίποτα». Τι λέει ο άνθρωπος; Εγώ δεν ξέρω πια τι να κρατήσω και προτιμώ το πέταμα από την επιδιόρθωση ή το συμμάζεμα, κι αυτός μου λέει «Φτάσαμε στ� ανείπωτα....Μην πετάξεις τίποτα...!». πόσο μαγικό ήταν όμως αυτό! Και πόσο ανατρεπτικό του life style που ζούσαμε! Το άκουσα.
Σκέφτομαι να πω για τελευταία χρόνια που, εκτός από το «Παράρτημα», δεν μας έδωσε πρωτότυπο υλικό. Συλλογίζεσαι, φαίνεται. Όπως στις μεγάλες παύσεις σου μέσα σε μία κουβέντα. Σκέφτομαι να πω ότι τώρα με το «Ξενοδοχείο» σου μας εξέπληξες ξανά. Μια εποχή που το αυτί μας έχει συνηθίσει ήχους γλυκούς, πιο έθνικ από τη μια, κι απ� την άλλη πιο light, dance με δόσεις rap beat. Πόσο περίεργο ήταν στα 54 σου, Διονύση, να ροκάρεις και πάλι! Δεν αφηγήθηκες τις ιστορίες σου αυτή τη φορά. Πήρες τραγούδια και τα έκανες έμμετρα ποιήματα. Μουσικά σύγχρονα ρεπορτάζ.
Σκέφτομαι να πω ότι είσαι ένας ιδιοφυής άνθρωπος, διαχρονικός, αλλά πάντα καινούριος. Παιχνιδιάρης και παρορμητικός. Προφήτης - ας μου συγχωρεθεί ο χαρακτηρισμός λόγω της ιερότητας που αποδίδουμε στη λέξη - στον τόπο σου. Πολλά σκεφτόμουν να πω, αλλά δεν αντέχω άλλο. Έτσι κι αλλιώς παραλείπω τα πάντα. Γεια χαρά!
H Nτίνα Μπατζιά είναι το νέο μέλος της ομάδας του Avopolis Musiczone. Η Ντίνα αυτή τη στιγμή γράφει στο Δίφωνο, ενώ έχει περάσει από τα περιοδικά Ποπ+Ροκ και Μουσικό Καφέ.


